- περιαργυρόω
- περι-αργυρόω, versilbern; ῥύπος περιηργυρωμένος, Schmutz in Silber gefaßt
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
περιαργυροῦντας — περιαργυρόω case pres part act masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περιαργυροῦντες — περιαργυρόω case pres part act masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περιαργύρου — περιάργυρος set in silver masc/fem/neut gen sg περιαργυρόω case pres imperat act 2nd sg περιαργυρόω case imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περιαργύρων — περιάργυρος set in silver masc/fem/neut gen pl περιαργυρόω case imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) περιαργυρόω case imperf ind act 1st sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περιαργυρώσας — περιαργυρώσᾱς , περιαργυρόω case aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περιαργύρους — περιάργυρος set in silver masc/fem acc pl περιαργυρόω case imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)